Ο Νάρκισσος, υιός της Λειριόπης καί του θεού ποταμού Κηφισού, σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών άρχισε την περιήγησίν του, κατηφορίζων τον Ελικώνα, το ιερό όρος των Μουσών, των θυγατέρων του Διός, με τις πολλές πηγές και πτυχές.
Αφηγήσεις τινές υποστηρίζουν ότι ξεκίνησε να συλλάβη κάποια ελαφίνα, και η μητέρα του, η θεά Λειριόπη, [Λειρι < λειρίον (
=λευκόν κρίνον) +
όπη < οψ ( =όψις, πρόσωπον), όπερ, η κρινοπρόσωπη], έσπευσε τότε στόν μάντι Τειρεσία, γιά να τον συμβουλευθή περί της τύχης του υιού της. Εκείνος της απήντησε ότι ο υιός της θα ζούσε πολλά έτη, έως τα βαθιά γεράματα, μέ μόνη προϋπόθεσι νά μην γνωρίσει τον εαυτό του.
Καθώς ο Νάρκισσος διέσχιζε τις πτυχές του Ελικώνος, τα απόκρημνα καί επικίνδυνα φαράγγια, η νύμφη Ηχώ, η οποία τον ποθούσε, τον ακολουθούσε όπου κι αν επήγαινε. Όμως ο θεϊκός αυτός έρως δεν έμελλε να ολοκληρωθή, διότι η Ηχώ ήτο τιμωρημένη από την θεά Ήρα, (και ήτο μεταμορφωμένη σε αιθερία μορφή), επειδή την απασχολούσε με την πολυλογία της, με σκοπό να μην παρατηρή τις απιστίες του Διός.
Η άνευ σώματος Ηχώ ηδύνατο μόνον να απαντά εις τα καλέσματα του Ναρκίσσου, και δή μόνον μέ την φωνή εκείνου.
Αφού ο Νάρκισσος περιεπλανήθη στις πτυχές του Ελικώνος αναζητών τόν ιδανικό της έρωτα, κατέφθασε κάποτε σε τόπο χλοερό, όπου ευωδίαζαν πανέμορφα άνθη. Εκεί ηύρε μία καθαρή πηγή, την οποία δεν είχαν ακόμα επισκεφθή βόδια, και έγειρε το πρόσωπό του ανάμεσα στους υακίνθους καί στα κρίνα, για να ικανοποιήση τήν δίψα του.
Δυσκόλως, ίσως, εν μέσω πολλών ειδώλων τών ανθέων διέκρινε τήν μορφή εκείνη, η οποία απεικονίζετο στήν επιφάνεια του καθαρού ύδατος, καί μέγας θαυμασμός τον εκυρίευσε. Μαγεμένος από την εικόνα, έτεινε τα χέρια του μέ σκοπό να την εγγίση.
Μόλις, όμως, προσήγγιζε την μορφή, εκείνη, η ιδανική εικών τού εαυτού, καθώς διεταράσσετο η επιφάνεια τού καθαρού ύδατος, διέφευγε παραποιημένη ενδιαμέσως των δακτύλων του.
Επανέλαβε πολλάκις τήν κίνησιν αύτη, αλλά μάταιος ο κόπος· ο χρόνος τον ελησμόνησε εκεί, στην πηγή, ανάμεσα στα πανέμορφα άνθη.
Μαγεμένος, αδύναμος ώστε να διαφύγη εκ του όρους των Μουσών, ερίζωσε κι έγινε το γνωστό ομώνυμο λουλούδι.
Η Νέμεσις ετιμώρησε τόν Νάρκισσο να στέκεται εκεί, γερμένος επάνω από τα ρυάκια, θαυμάζοντας τα άνθη της ομορφιάς του…
---
Η μυθική πραγματικότης
Κατά την εφηβική ηλικία εκδηλούται μία φυσική αναγκαιότης: η αναζήτησις μίας ιδανικής μορφής του εαυτού. Ο άνθρωπος αναζητά τήν καταγωγήν του και θέλει να ιδή τον εαυτόν του αγλαόμορφον, αγαπητόν, θελκτικόν….
Η αεικίνητη διάνοια θέτει τόν έφηβο σε πνευματική αναζήτησι, νά ανακαλύψη μίαν αξιοθαύμαστη εικόνα για τον εαυτό του, ικανή να προσελκύση την προσοχή των συνανθρώπων του, κυρίως δε το έτερον φύλον.
Είναι δύσκολο, βεβαίως, να συλληφθή η ιδανική εικών του
εαυτού, καθ' ότι είναι ασύλλυπτη ακόμη η «ελαφίνα» -διάνοια· επί πλέον, εκείνο που κάνει μία μορφή να είναι ιδανική ακριβώς είναι ακριβώς το δυσπρόσιτον,
εκείνο το οποίον θα προσδώση στον κατακτητή της εξέχουσα κοινωνική
διάκρισι· (ιδέ «ένστικτο κυριαρχίας»).
Κατά την εφηβία, λοιπόν, ο άνθρωπος αναζητεί μία εικόνα γιά τον εαυτό του, μέ την οποία προσδοκεί να ενταχθή εν ισχ
ύϊ στην κοινωνία, (εν σχέσει μέ την γνώμη πού έχει σχηματίσει
γιά αυτήν στήν οποία ζει).
Η διαφορά αυτή, ανάμεσα σε εκείνο πού νομίζει γιά την πολιτεία καί σε αυτό που υπάρχει στον κοινωνικό
περίγυρο, διαμορφώνει
το είδος και το μέγεθος τής αναζητήσεως στήν ζωή· όμως, ουδεμία κοινωνική
πραγματικότης εξαλείφει
την θεϊκή
αυτή αναζήτησι
του ιδανικού ειδώλου.
Ο Νάρκισσος
ακολούθησε την «ελαφίνα» ως τα πέρατα του νοητού του κόσμου, αναζητώντας εκείνον τον ιδανικό έρωτα, δηλ. την μορφοποίησι
του ιερού ειδώλου στον απτό κόσμο. Στην αναζήτησί
του καί στά καλέσματά
του, ο έφηβος δεν ηδύνατο νά ακούση τίποτε άλλο, παρά μόνον τήν ηχώ της δικής του φωνής. Πέρασε από μέρη επικίνδυνα καί αντιμετώπισε πολλές παγίδες, αναζητών τα απραγματοποίητα, ώσπου ενετόπισε την πηγή, εκεί όπου οι ιδέες απεικονίζονται (μορφοποιούνται ως είδωλα) στήν διάνοιά του, εκεί όπου ο υλικός-απτός κόσμος είναι απρόσιτος.
…. Και νά, κάπου εκεί, ανάμεσα στους κρίνους, στα οράματα άλλων εφήβων, πού εφάνταζαν
πανέμορφα καί επιθυμούσε πολύ να τα κατακτήση, προσδιώρισε
τήν προσδοκούμενη ιδανική μορφή του εαυτού του, , μία εικόνα αίγλης, ικανή νά τού δώση την περιπόθητη νίκη, στήν προσδοκία
του να καταστή αποδεκτός
καί αγαπητός στήν κοινωνία.
Εκείνη, ναί, είναι αυτή η οποία τόν προσείλκυσε
στήν προσωπική
του Οδύσσεια. Η θέλησις να διανύση το μακρύ ταξίδι τής ζωής του, εγεννήθη από αυτόν τόν μαγικό κόσμο των Μουσών.
Οι εξιδανικευμένες προσδοκίες
καί τα οράματα, αν καί δεν υλοποιούνται σχεδόν ποτέ, ως θεϊκές υποστάσεις,
έχουν τόν μεγάλο καί μοναδικό σκοπό τους: χαρίζουν στόν
άνθρωπο κίνητρα γιά την
αισθητική καλλιέργεια καί τήν
αγαλλίασι στό ταξίδι
τής ζωής.
-Ω θεϊκαί μορφαί, τού Διός ηδύμορφοι θυγατέρες!
Οι θνητοί, τόν ασύλληπτο διά των
δακτύλων ιδεατό θεϊκό σας κόσμο, αδυνατούν να κατακτήσουν.
Μύθος καί σκοπός
Οι Μούσες οικούν στόν Ελικώνα τής διανοίας μας και τέρπονται
διά των τεχνών καί τών γραμμάτων.
Έτσι σαγηνεύουν
τούς «ιδεο - πλάνητες / ελαφοκυνηγούς»,
οι οποίοι πείθονται σε εξερευνήσεις / περιπλανήσεις,
αφιερώνουν και όλη την ζωή τους ακόμη, σμιλεύοντας
το μάρμαρο, είδωλα ποιούντες,
μειγνύοντες χρώματα, λέξεις συνταιριάζοντες τίς χορδές μίας άρπας, ή στόν αυλό πνέοντες γλυκόπνοα
παίγματα, καί σε ό,τι άλλο ομρφαίνει τήν ζωή μας.
Και αν επίστεψε ο έφηβος πώς κάποιο όνειρό του έγινε πραγματικότης, εν τέλει ούτε μοναδικό είναι ούτε ιδανικό, γι' αυτό κααι νέες κατακτήσεις τώρα θ' αναζητά. Και όμως, είναι ιερή εκείνη η στιγμή, όπου μαζί με τών ευτυχισμένων
/ δοξασμένων τις επευφημίες, ένας νέος Νάρκισσος
εκκινεί για το ταξίδι του· καθ' ότι στη φαντασία των εφήβων αποτυπώνονται
ως ήρωες οι πρωτοπόροι
της ζωής, χαράσσουν δρόμους κομίζοντάς τους πρότυπα για της ζωής το υπόλοιπο πέρασμα. Και αν ακόμη πλαστό είναι το μεσουράνημα
των «αστεριών» και η δόξα των πρωτοπόρων, καί αν ακόμη η πλάνη τής ματαιοδοξίας
σκεπάζει ωσάν πυκνή ομίχλη το χειροκρότημα,
ο νέος Νάρκισσος δεν αντιλαμβάνεται ακόμη το κενό της αυταπάτης.
Πλάνη είναι και το είδωλο στην υδάτινη επιφάνεια,
μά εκείνος προσδοκεί το ασύλληπτο τού μοναδικού ωραίου, του ιδεατού, του ιδανικού, του θεϊκού, ενός κόσμου της Μνημοσύνης χάρισμα, δεμένου στόν μίτο (το νήμα της Αριάδνης είναι ο αόρατος ομφάλιος λώρος, ο οποίος διασυνδέει τις μοίρες του κόσμου· σχετίζεται καί με έμφυτους δεσμεύσεις στό να διανύσει ο άνθρωπος την ανελικτική
πολιτισμική πορεία) της Αριάδνης…
Και «αλλοίμονο»
στόν Νάρκισσο, εάν αναγνωρίσει
τον εαυτό του. Η πλάνη, το ιδανικό πρότυπο, το αίτιον των αναζητήσεων
ή περιπλανήσεων,
θα διαλυθή ενδιαμέσως των δακτύλων του, ίσως άπαξ διά παντός.
Ο έφηβος θα αντιληφθεί
την ψευδαίσθηση,
εάν κατορθώσει
και συλλάβει (η σύλληψις της ελαφίνας αναφέρεται σε άθλο του Ηρακλέους· συμβολίζει
δέ τόν έλεγχο της διανοίας, ταυτοχρόνως
τήν αρχική εμφάνισι τής σοφίας) την «ελαφίνα», δηλαδή τότε που η ιδανική μορφή δεν θα του είναι απαραίτητη,
γιατί εις το εξής θα είναι μύστης καί ηνίοχος τής ζωής του.
Πολλοί άνθρωποι παραμένουν αιθεροβάμονες,
σχεδόν αθεράπευτα
προσκεκολλημένοι σέ παιδικές αναμνήσεις
εντυπώσεων, ή σε εφηβικές αναζητήσεις, δίχως να συνειδητοποιούν ότι κίνητρο πολλών πράξεων είναι κάποιο μίασμα, ψυχικόν κηλίδωμα πού πρέπει να εξαϋλωθή.
Αρνούνται να εγκαταλείψουν τον εαυτό τους στήν αφάνεια τής ασημότητος,
ως ένα αναφαίρετο φυσικό δικαίωμα η προσπάθεια γιά την ηθική δικαίωσι καί την «αναγέννησή»
τους στήν κοινωνία.
Μαγεμένοι από το ιερότατο είδωλο τού ιδανικού εαυτού, προσπαθούν «ματαίως» να τό συλλάβουν και ενίοτε δεν αξιοποιούν επαρκώς τον χρόνο για τίς ανάγκες της καθημερινότητος, καί
<<… τού γάρ εικότος πέρα άπεστι πλείω του καθήκοντος
χρόνου.>>, «… και πέρασε κατά πολύ ο απαραίτητος
χρόνος απ' αυτόν που εχρειάζετο», (Σοφοκλής).
Όσοι αναμοχλεύσουν
τήν μνήμη τους, αναζητούντες
τα αίτια εκ τών οποίων ορμώμενοι
διήνυσαν τούς δρόμους τής ζωής καί εβίωσαν περιπέτειες,
άλλοτε ζώντες ευχάριστες στιγμές καί άλλοτε τής πίκρας δοκιμάζοντες τήν γεύσι, θα εντοπίσουν έστω ένα γεγονός, κάποιον μυθικό ήρωα, καλλιτέχνη
ή τών γραμμάτων συνταιριαστή,
ο οποίος τους εμάγευσε μέ τα καμώματα τών Μουσών καί της ζωής τήν ευδαιμονία,
τήν γλυκυτάτη
γεύσι τής ευτυχίας.
Και ευθύς αμέσως το ερώτημα:
Πώς θά ήτο άραγε γ ζωή τού ανθρώπου δίχως τούτο τό κυνήγι της διανοίας, δίχως των Μουσών τα μαγεμένα παιχνιδίσματα
στήν επιφάνεια
τής ψυχής μας;
Τι θα είχε άραγε αξία στην ζωή, δίχως την ευμορφία από των χεριών πλασμένη τα απαλά λαξεύματα, δίχως τα συνταιριασμένα χρώματα με των χεριών την ευπραξία;
Τί θα είχε αξία, στην ζωή, δίχως την δεξιοτεχνία, καί τής άρπας τά αρμονικά θροΐσματα, καί τα γλυκά της φωνής μας ευάσματα, δίχως τους στίχους του Ομήρου;
Μά και η προφορά του λόγου, εάν με θεϊκούς ύμνους η γλώσσα δεν τριφθή, πώς θα ξεχωρίζη η φωνή από εκείνην τού βαρβάρου την κλαγγή;
Ιδού ο σκοπός του μύθου.
H ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ,
ΜΑΝΩΛΗΣ ΤΣΑΜΗΣ
[ΕΥΜΟΛΠΟΣ]